διάριον

διάριον, τό, = Lat.
A diarium, day-wage, POxy.1729 (iv A. D.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάριον — διάριον, το (AM) 1. καθημερινή καταγραφή δοσοληψιών ή συμβάντων, ημερολόγιο 2. ημερήσια μερίδα τροφής μοναχών …   Dictionary of Greek

  • διαρίων — διάριον diarium neut gen pl διαίρω raise up fut part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάρια — διάριον diarium neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.